Της μνήμης, 15 Ιούλη 2017

By: chasserlalune

Ιολ. 16 2017

Κατηγορία: φεγγάρια, Χωρίς φεγγάρι, λόγια της σιωπής

Σχολιάστε

Aperture:f/3.2
Focal Length:50mm
ISO:500
Shutter:1/40 sec
Camera:Canon EOS 6D

Είχε γεννηθεί τον Οκτώμβρη του 19, στερνοπαίδι με μεγάλη διαφορά από τα αδέλφια της, αφού ο πατέρας της -αξιωματικός του ιππικού- είχε επιστρέψει από την αιχμαλωσία. Στην οικογένεια της, μικρή, την λέγανε «το δώρο από την Ρωσία».

Μεγάλωνε στην Γερμανία του μεσοπολέμου. Κάποια μέρα όλα τα παιδία στο σχολείο της έπρεπε πια, υποχρεωτικά, να γίνουν μέλη της χιτλερικής νεολαίας. Δεν ήθελε να πάει. Με κάποιο τρόπο μαγικό βρέθηκε ένας οικογενειακός φίλος γιατρός, θρησκευόμενος καθολικός νομίζω, της έγραψε ένα πιστοποιητικό ότι δεν μπορούσε να συμμετέχει, δήθεν για λόγους υγείας. Μου χε πει ότι στην αρχή κάμποσοι φίλοι της την είχαν ζηλέψει, όμως με τα χρόνια έμεινε μόνη.

Την νύχτα των κρυστάλων, 9 Νοεμβρή 1938, φτάνει με το τρένο στο Βερολίνο από την πόλη της, ήταν φοιτήτρια.  Μπροστά στο πρώτο καταστραμένο μαγαζί  που αντίκρυσε άρχισε να ουρλίαζει μόνη της «Μα τι κάνετε; σταματήστε!».
Εκείνα τα χρόνια, 39-40, αγάπησε έναν Έλληνα φοιτητή, έδοσε μάχη για να καταφέρει να πάρει την άδεια να προδόσει την άρεια φυλή  της και να τον παντρευτεί, απέκτησαν δυο κόρες.
Όταν γκρεμίστηκε το σπίτι τους, στους βομβαρδισμούς, αυτός ήταν σε άλλη πόλη, σε κάποιο εργοστάσιο, εκείνη με την κόρη τους στο καρότσι, στο δρόμο.

Όταν κάναν τα χαρτια τους να ερθει η οικογένεια στην Ελλάδα, ο αμερικάνος στρατιώτης την ρώτησε πώς -αυτή, η γερμανίδα- δεν φοβάται να έρθει στην Ελλάδα,  που τόσο δεινοπάθησε από τον πόλεμο.»Μα εγώ δεν ήμουνα ποτέ Ναζί» του χε απαντήσει ειλικρινά.

Το  στρατιωτικό αεροπλάνο που τους έφερε είχε μέσα κι αιχμάλωτους που επιστρέφαν, είχε και παντρεμένα ζευγάρια με παιδία. Χωρίσαν τις γερμανίδες γυναίκες από τους άντρες και τα παιδία, τις φυλάκισαν.
Όταν το ανοιχτό καμιόνι της αστυνομίας την πήγαινε από το στρατιωτικό αεροδρόμιο της Ελευσίνας στο κρατητήριο στον Πειραιά, από τον δρόμο την βρίζαν άσχημα, γιατί ήταν γερμανίδα.
Εκείνη κοιτούσε τις πικροδάφνες, και την Ακρόπολη,  και χαιρόταν που χε φτάσει.

Λέγαν στον άντρα της να την ξεχάσει, να πάρει μια ελληνίδα για να του μεγαλώσει τις κόρες του σωστά. Κάποιος φύλακας την βοήθησε, όταν καθόταν στην αυλή της έδινε ψωμί και τυρί, παρόλο που δεν μπορούσαν να μιλήσουν. Έπαθε φιματίωση, πήγε σε σανατόρια, εκεί έμαθε ελληνικά, επέζησε.

Την είχα παμπολλες φορές ρωτήσει γιατί είχε διαλέξει να μην ακολουθήσει τους άλλους, τους πολλούς, όταν ήταν παιδί. Δεν είχε πιο ξεκάθαρη απάντηση να μου δόσει από το απλό «δεν μ άρεσε αυτό που έβλεπα», οι επιλογές της, -γι αυτήν- ήταν αυτονόητες.
Άλλαζε θέμα και μου μιλούσε είτε για τον ορκισμένο αντιναζί μεγάλο αδελφό της, είτε για το πως συνάντησε τον άντρα της, που τόσο αγάπησε.

Μου μαθε ότι το να μην αφήσεις να σε πάρει  μαζί της η θηριωδία δεν είναι θέμα ηρωίσμου αλλά αξιοπρέπειας. Η αλλίως, έρωτα – για την ζωή.

Ήταν η Γκιζέλα μας, η Ζίζω μας.
Πόσες φορές είχα σκεφτεί ότι συνέχιζε να ζει για να κρατά την μνήμη ζωντανή.
Σήμερα το πρωί έφυγε.

Advertisements
Αρέσει σε %d bloggers: